Σιτάρι

Σιτάρι

Το σιτάρι ή στάρι ή σίτος (Triticum spp), είναι ένα φυτό που καλλιεργείται σε όλο τον κόσμο. Είναι το δεύτερο παγκοσμίως σε συγκομιδή δημητριακό, μετά τον αραβόσιτο, με τρίτο το ρύζι. Ο καρπός του σίτου είναι μια βασική τροφή, που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αλευριού, ζωοτροφών και ως πρώτη  ύλη  στην  παρασκευή  αλκοολούχων  ποτών  και  καυσίμων.  Ο  φλοιός  του  μπορεί  να αποσπαστεί από τον καρπό και να αλεστεί, δίνοντας το λεγόμενο πίτουρο.

Ο σίτος καλλιεργείται επίσης για τη βοσκή των ζώων, καθώς και για το άχυρο, τον κορμό του φυτού, που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή ή υλικό κατασκευών. Το σιτάρι, όπως και τα άλλα δημητριακά, η βρώμη, η σίκαλη, το κριθάρι, περιέχουν μία πρωτεΐνη, τη γλουτένη, στην οποία πολλοί άνθρωποι είναι δυσανεκτικοί (αλλεργικοί κατά κάποιο τρόπο), εκδηλώνοντας τη λεγόμενη κοιλιοκάκη, ένα είδος εντεροπάθειας.

Ένα από τα σπουδαιότερα σιτηρά είναι το σιτάρι. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται δύο είδη. Το σκληρό σιτάρι που χρησιμοποιείται στη μακαρονοποιία και το μαλακό σιτάρι που χρησιμοποιείται για την παρασκευή ψωμιού.

Σκληρό Σιτάρι

Σκληρό Σιτάρι

Το  είδος  σίτος  ο  σκληρός  αποτελεί  το  κυρίως  καλλιεργούμενο  σκληρό  σιτάρι.  Έχει  συμπαγείς,  συνήθως  αγανοφόρους  στάχεις,  με πλατυσμένες πλευρές και στενότερες όψεις.

Κάθε  σταχύδιο  φέρει  5-7  άνθη  από  τα  οποία  παράγονται  2-4  σπόροι.  Η  τομή  του  κόκκου  παρουσιάζει  όψη  γυαλιστερή  λόγω  της  μεγάλης περιεκτικότητας σε αλευρόκοκκους.

Είναι το πλέον εξαπλωμένο είδος και καλλιεργείται κυρίως στην Β.Αμερική, Ρωσία, Ινδία, παραμεσόγειες χώρες κλπ. Το αλεύρι του χρησιμοποιείται για παρασκευή μακαρονιών.

 

 

Μαλακό Σιτάρι

Μαλακό Σιτάρι

Το μαλακό σιτάρι (σίτος ο μαλακός) φέρει σε κάθε σταχύδιο 5-9 άνθη, που δίνουν 3-4 σπόρους. Αποτελεί το πιο διαδεδομένο μαλακό  σιτάρι  και  έχει χιλιάδες ποικιλίες. Είναι το πλέον κατάλληλο για την αρτοποιία, λόγω της ποιότητας της γλοιίνης, που δίνουν οι πρωτεΐνες του εξωτερικού στρώματος του ενδοσπερμίου.

Οι ποικιλίες του σιταριού διαφέρουν μεταξύ τους, ως προς τα μορφολογικά και φυσιολογικά γνωρίσματά τους, τα κυριότερα των οποίων είναι:

Μορφολογικά χαρακτηριστικά. Τα στελέχη μπορεί να διαφέρουν στο ύψος, το πάχος, την αντοχή τους και το χρώμα. Τα φύλλα διαφέρουν πολύ λίγο στις ποικιλίες αυτού του είδους. Πιο σταθερές διαφορές υπάρχουν στα στάχυα και αφορούν το σχήμα, την πυκνότητα των σταχυδίων, το χρώμα και το σχήμα των λεπύρων, το μήκος των αγάνων, κ.ά. Επίσης διαφορές παρατηρούνται στους σπόρους μεταξύ των ποικιλιών, αλλά σημαντικές διαφορές υπάρχουν και στους σπόρους του ίδιου σταχυού.

Φυσιολογικά χαρακτηριστικά. Ενδιαφέρει η πρωιμότητα της ποικιλίας, επειδή εξασφαλίζει καλύτερα την παραγωγή (κίνδυνος ξηρασίας, σκωριάσεων κλπ.). Η ποιότητα του προϊόντος, η καταλληλότητα για αρτοποίηση, μακαρονοποιία, κλπ. είναι γνωρίσματα πρώτου ενδιαφέροντος για τον παραγωγό.

Πηγή:Wikipedia